Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Kim Gordon, Design Office : Noise Name Paintings and Sculptures of Rock Bands that are Broken Up @ Μουσείο Μπενάκη


Για τους πιο πολλούς ανθρώπους η Kim Gordon είναι η σέξι γυναικεία φωνή των Sonic Youth, η άγρια και ατίθαση μουσική περσόνα που, μαζί με τον Lee Ranaldo και τον μετέπειτα σύζυγό της Thurston Moore έφτιαξαν ένα από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα των 80´ς και όχι μόνο. Εγώ είχα την τύχη να δω τους Sonic Youth στο Rockwave του 2005 και θυμάμαι ότι είχα εντυπωσιαστεί από την ενεργειά τους, τον ωμό αισθησιασμό τους και την γνήσια, ανεπεξέργαστη ροκιά τους.

Η Kim Gordon όμως δεν ήταν ποτέ από αυτές τις γυναίκες που χρειάζονται μονίμως κάποιο αρσενικό πλάϊ τους για να λάμψουν. Μόνη της δούλεψε επίσης ως παραγωγός (στο πρώτο lp των Hole), ως εικαστική καλλιτέχνης, curator και αρθρογράφος, λανσάρισε τη δικιά της σειρά ρούχων X-girl to 1993, έφτιαξε το παράλληλο μουσικό project Free Kitten, συνεργάστηκε σχεδόν με όλες τις άξιες λόγου θηλυκές περσόνες της εποχής της (Julia Cafritz από τους Pussy Galore, Kathleen Hanna από τις Bikini Kill, Yoko Ono, Courtney Love, Lydia Lunch), εμφανίστηκε σε ταινίες, ενώ αυτή τη στιγμή είναι απολύτως αφοσιωμένη στο καινούριο της μουσικό σχήμα Body/Head και πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο ‘’Girl in a band’’.  


 Την Παρασκευή 12 Ιουνίου, λοιπόν, ήμουν κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένη που θα είχα την ευκαιρία να παρευρεθώ στα εγκαίνια της έκθεσής της ‘’Noise name paintings and sculptures of rock bands that are broken up’’ στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη. H μέρα ήταν ζεστή και όμορφη κι εγώ το έσκασα από τη δουλειά νωρίτερα, για να μπορώ να στηθώ από τις 19.30 στην ουρά, που, ήδη, όταν έφτασα, ξεκινούσε από την είσοδο του μουσείου και κατέληγε μπροστά από το υπουργείο δίπλα. Ήταν σα να περιμένεις έξω από το Fuzz ή το Gagarin, ο κόσμος ήταν σε γενικές γραμμές νέος, μαυροντυμένος και ροκ, πολλοί πίνανε μπύρες, καπνίζανε και μιλάγανε για μουσική και γενικά επικρατούσε ένας συγκρατημένος ενθουσιασμός και μια ευχάριστη αναταραχή, όπως σε μια ουρά για συναυλία.

Στις 20.00 ακριβώς οι πόρτες του μουσείου άνοιξαν και ανεβήκαμε όλοι στον τελευταίο όροφο του κτιρίου, όπου σε μια κατάλευκη αίθουσα εκτίθενται τα έργα της Kim Gordon. Πρόκειται για λευκούς καμβάδες όπου αναγράφονται με μεγάλα μαύρα γράμματα ονόματα συγκροτημάτων της noise μουσικής, που πλέον δεν υπάρχουν. Το μελάνι έχει αφεθεί να κυλήσει κι έτσι όλοι οι πίνακες είναι κάπως λεκιασμένοι, πράγμα που δημιουργεί ένα συναίσθημα αταξίας και ηθελημένης προχειρότητας.


Ακόμα και αν δε ξέρεις ποιοι είναι οι Stooges ή οι Sickness, οι πίνακες αυτοί μοιάζουν να λειτουργούν και αυτόνομα, καθαρά ως λέξεις, ως οπτικά σύμβολα μιας πραγματικότητας αποσυντονισμένης και δυστοπικής, μιας ζωής όπου ένας μαύρος κύκλος στο πάτωμα μιας λευκής γκαλερί και δυο καμβάδες που φέρουν τα ονόματα Aρρώστια και Ηλίθιοι δε μπορεί παρά να μας λέει κάτι. 


Γύρω στις 21.30 η Kim Gordon και ο Bill Nace ή αλλιώς οι Body/Head ανέβηκαν στη μικρή σκηνή, που είχε επιμελώς τοποθετηθεί στην ταράτσα του Μουσείου Μπενάκη. Έπαιξαν για σαράντα περίπου λεπτά, παραμορφωμένες κιθάρες, video wall και η Kim, πανέμορφη παρά τα εξήντα της χρόνια, με μαύρο t-shirt, μαύρη πολύ κοντή φούστα με στρας και ασημένια πέδιλα, φλέρταρε με το μικρόφωνο και την κιθάρα της και άφησε τη βραχνή φωνή της να γεμίσει τη νύχτα που είχε πια γίνει - χάρη στο αλκοόλ, τον κόσμο, τη ζέστη και το φεγγάρι – ανυπόφορα όμορφη. 

  
A night to remember.....και μια έκθεση που αποδεικνύει περίτρανα ότι το ροκ εξακολουθεί να αποτελεί ακόμα για πολύ κόσμο έμπνευση, αλλά και καθημερινότητα, τρόπο ζωής, αναπνοή….



(H έκθεση θα διαρκέσει ως τις 30 Αυγούστου στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Κουμπάρη 1. H performace των Body/Head της βραδιάς των εγκαινίων θα χρησιμοποιείται ως ηχητικό soundtrack καθ’όλη τη διάρκεια της έκθεσης.)

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Μόνοι, σε ξένο περιβάλλον, του Ηράκλειτου Αντωνιάδη @ Βρυσάκι


Χθες το απόγευμα, Σάββατο κατά τις εφτά, δώσαμε ραντεβού με μια φίλη έξω από τον χώρο τέχνης και δράσης Βρυσάκι, για να δούμε παρέα την έκθεση φωτογραφίας του φίλου μας Ηράκλειτου Αντωνιάδη. Αν και το κρύο ήταν τσουχτερό, η Πλάκα έδειχνε όπως πάντα θελκτική, πολύβουη και γεμάτη τουρίστες, τόπους τόπους ήδη στολισμένη με χριστουγεννιάτικα, με τα όργανα στις ταβέρνες να παίζουν από νωρίς.

Καθώς η φίλη μου αργούσε να έρθει κι εγώ κρύωνα όλο και περισσότερο, αποφάσισα να δω την έκθεση μόνη. Μπήκα λοιπόν στο χώρο και αμέσως εντυπωσιάστηκα από την απλή και απέριττη ομορφιά του – και θύμωσα λίγο με τον εαυτό μου που δεν είχα ποτέ ξανά επισκεφτεί κάτι από τα πολλά κι ενδιαφέροντα που κατά καιρούς διοργανώνει. Χώρος λευκός, περιποιημένος και καθαρός, σαν φιλόξενο πλακιώτικο σπίτι, στο εσωτερικό με μικρά δωματιάκια, στο εξωτερικό με μια υπέροχη μικρή αυλή και μια εντυπωσιακή ταράτσα, φαντάζομαι τα τέλεια μέρη να πιεις καφέ ή ποτό το καλοκαίρι. 




 Η έκθεση του Ηράκλειτου ονομάζεται ''Μόνοι, σε ξένο περιβάλλον'' και είναι μια σειρά ασπρόμαυρων φωτογραφιών, που εκτείνονται σε όλους τους τοίχους των δωματίων του κάτω ορόφου, κάνοντας έντονο contrast με τη λευκότητά τους. Σχεδόν σε όλες τις φωτογραφίες απεικονίζονται άνθρωποι μόνοι μέσα σε τοπία αστικά ή και εξοχικά, στην Αθήνα αλλά και σε άλλες ελληνικές επαρχιακές πόλεις καθώς και στο εξωτερικό, φωτογραφίες που ο καλλιτέχνης τραβάει ήδη από τη δεκαετία του ’90 στις περιπλανήσεις του στην πόλη αλλά και στα πιο μακρινά του ταξίδια. 




Φωτογραφίες σκοτεινές και μελαγχολικές, ένα παιδί χαζεύει τις ράγες του τρένου πίσω από το σύρμα σα να βρίσκεται μέσα σε φυλακή, μια γυναίκα στέκεται άπραγη μπροστά από μια βιτρίνα με ρούχα στην πιο κακόφημη περιοχή του Άμστερνταμ, σώματα κείτονται κοιμισμένα στο διάδρομο ενός καραβιού σα να γυρνάνε από πόλεμο, ένας ανάπηρος άντρας λαχταράει ένα παντελόνι για δυο πόδια κι ένας άλλος περπατάει στα χωράφια με φόντο έναν απειλητικό ουρανό γεμάτο πουλιά. Κάθε φωτογραφία και μια ιστορία, κάποιες από τις ιστορίες ίδιες με τις δικές μας. Φωτογραφίες που σου ζητάνε να σταθείς για λίγο σιωπηλός μπροστά τους και να αναλογιστείς το ίχνος σου στο χώρο και στο χρόνο. 





Καθώς ο Ηράκλειτος Αντωνιάδης είναι και αρχιτέκτονας, οι εικόνες του διαθέτουν και μια αυστηρή, θα έλεγα, δομή, ένα συγκεκριμένο στήσιμο, στο οποίο οι άνθρωποι μοιάζουν συνήθως να εγκιβωτίζονται, να οριοθετούνται, ακόμα και να εγκλωβίζονται από τις γραμμές του περιβάλλοντος χώρου, από τα κτίρια, τις βιτρίνες, τους τηλεφωνικούς θαλάμους, τα παγκάκια και τα δέντρα γύρω τους. Οι άνθρωποι στην πόλη τους, μόνοι ακόμα και όταν είναι με παρέα, με την πόλη γύρω τους σαν κουκούλι, ένα κουκούλι όμως που τους προστατεύει ή τους αποστερεί την αναπνοή ; 


Iδιαίτερα με συγκινεί μια φωτογραφία με τον τίτλο ''Εις μνήμιν'', μια φωτογραφία που απεικονίζει μια άλλη φωτογραφία, ενός παλιομοδίτικου, παλιού ζευγαριού, πεταμένη σε έναν βρώμικο, λασπωμένο δρόμο. Στέκομαι ώρα μπροστά της, σκέφτομαι πόσες σχέσεις μας τελείωσαν άδοξα, πόσοι άνθρωποι που αγαπήσαμε χάθηκαν ενώ οι φωτογραφίες τους ακόμα επιβιώνουν.


 Ύστερα έρχεται η φίλη μου, η μοναξιά μου ραγίζει σα το γυαλί, βλέπουμε την έκθεση ακόμα μια φορά και μετά πάμε για ζεστή σοκολάτα σε κάποιο cafe της Πλάκας....


(H έκθεση του Ηράκλειτου Αντωνιάδη διαρκεί ως και τις 26 Νοεμβρίου 2014. Ανοιχτά καθημερινά από τις 12.00 το μεσημέρι ως τις 20.00 το απόγευμα στο Βρυσάκι, Βρυσακίου 17. Έργα του καλλιτέχνη μπορείτε να δείτε και στο site του www.darkroom.gr)

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Εκ Νέου @ Ωδείο Αθηνών


Η μέρα ήταν ζεστή, ηλιόλουστη και αρωματισμένη, σχεδόν ανοιξιάτικη και οι πρασινάδες έξω από το Ωδείο Αθηνών (που φιλοξενεί, εδώ και αρκετά χρόνια, τις εκθέσεις του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης) οργίαζαν. Το αγαπώ αυτό το κτίριο, τόσο στιβαρό και γεμάτο μάρμαρο, τόσο γλυκά παρατημένο και κακοποιημένο, νομίζω πραγματικά θα μου λείψει, όταν πια οι συλλογές του Μουσείου θα βρουν επιτέλους μόνιμη και οριστική στέγη στο υπό κατασκευήν ακόμα κτίριο του Φιξ.



 










 Εκεί φιλοξενείται αυτή τη στιγμή η έκθεση ‘’Εκ νέου, μια νέα γενιά ελλήνων καλλιτεχνών’’ , όπου όλοι οι συμμετέχοντες είναι αληθινά φρέσκοι, γεννημένοι από το 1979 και μετά. Μια έκρηξη νιάτων και ζωτικότητας, σκέφτεσαι, πριν καν ακόμα μπεις μες στο κτίριο, μια και οι εξωτερικοί του χώροι μοιάζουν σήμερα να καταλαμβάνονται από νέους : μια κοπέλα διαβάζει ξαπλωμένη στα γρασίδια, ένας νεαρός κάνει πρακτική στο πέταγμα κορινών για κάποιο αυτοσχέδιο show, μια νέα μαμά βγάζει το αγοράκι της περίπατο, μια παρέα χαζεύει στα laptops της, εκμεταλλευόμενη το δωρεάν wi-fi.

Στο εσωτερικό, το πρώτο έργο που σου τραβάει το ενδιαφέρον είναι το ‘’15 μέρες στον κήπο/30 μέρες στον Άρη’’, όπου η Βαλεντίνα Κάργα μας παρουσιάζει (με βίντεο, κείμενα, αλλά και σχετικά αντικείμενα) τα αποτελέσματα του ιδιότυπου πειράματός της να ζήσει για λίγο εντελώς αυτόνομα και αποκομμένα από τον υπόλοιπο κόσμο (με μια μικρή ομάδα υποστήριξης, ωστόσο), είτε στον αχανή κήπο της στο Βερολίνο, είτε σε έναν σταθμό προσομοίωσης μιας βάσης στον Άρη : η ομάδα ζει και τρέφεται από δικές της προμήθειες ή απλές καλλιέργειες, τίποτα δε πετιέται, όλα ξαναχρησιμοποιούνται, όλοι υποτάσσονται σε συγκεκριμένα ωράρια και εργασίες που πρέπει να γίνουν, η ομαδικότητα και η συνεργασία είναι εκ των ων ουκ άνευ. ‘’Με ενδιέφερε η εμπειρία της αυτονομίας καθώς και το τι σημαίνει η επιθυμία μιας τέτοιας εμπειρίας στις μέρες μας’’, γράφει η ίδια στο συνοδευτικό κείμενο. ‘’Ίσως τελικά η αυτονομία και το παράδοξο να είναι απλά συνδεδεμένα’’. 



Εικαστικά απλό αλλά αισθητικά δυνατό είναι και το έργο της Πάκυς Βλασοπούλου ‘’Explosions in the sky-welcome, ghosts’’, μια εγκατάσταση που αποτελείται από κεραμίδια (τα οποία η καλλιτέχνιδα έφτιαξε όπως οι παλιοί κεραμοποιοί, κάνοντας καλούπια του μηρού της!), σκισμένα φύλλα μιας εγκυκλοπαίδειας και ένα μαχαίρι, θέλοντας προφανώς να καταδείξει τη σχέση αλλά και τη ρήξη με την παράδοση, μέσα σε μια αποφασιστική στιγμή. 


Το ίδιο, με άλλα μέσα, προσπαθεί και το έργο ‘’Oiko-nomic threads’’ των Βαρελά, Κουτσομιχάλη και Ψαρρά, όπου μια ραπτομηχανή ξερνάει μέτρα ολόκληρα από πολύχρωμα υφάσματα, με αποτυπωμένα επάνω τους δεδομένα από τις βάσεις του ΟΑΕΔ, δίνοντας έμφαση επίσης στο τι μπορεί να σημαίνει η εργασία (και η διαρκής και αγωνιώδης αναζήτηση αυτής) στις μέρες μας. 


 Το πώς αλλάζουν διαρκώς οι πόλεις μας αλλά και τα σύμβολα αυτών γύρω μας είναι αυτό που απασχολεί κυρίως την Ινώ Βαρβαρίτη και τη Μυρτώ Φερεντίνου. Η πρώτη παρουσιάζει τρία σκίτσα του γνωστού αγάλματος του σκεπτόμενου Κωστή Παλαμά στην Ακαδημίας, σε διαφορετικές χρονιές το καθένα, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα και το σύνθημα που δεσπόζει κάθε φορά στη βάση του. 


Η δεύτερη εκθέτει τέσσερις αποτυπώσεις της Ιερουσαλήμ, του Καϊρου και της Αλεξάνδρειας από το Google maps πάνω σε τσίγκο, προσθέτοντας κι αυτή συνθήματα που στολίζουν τους τοίχους τους, στην εθνική τους γλώσσα. 


 Το βίντεο χρησιμοποιεί η Έρικα Σκούρτη με το ‘’Woman nature alone’’, όπου μέσα από σύντομης διάρκειας βιντεάκια που ανεβαίνουν στο Διαδίκτυο, αναπαράγονται, ελαφρώς ειρωνικά, κλασικά στερεότυπα της γυναικείας ψυχοσύνθεσης και της σχέσης της με τη φύση, ενώ το ‘’Γεύμα’’ των Ευθύμη Θέου και Θανάση Δεληγιάννη είναι μια lecture performance (που στο μουσείο παρακολουθούμε βιντεοσκοπημένη, έχοντας ταυτόχρονα πρόσβαση και σε όλο το υλικό της δημιουργίας της), που αποτελεί έναν ιδιότυπο συνδυασμό αρχαιολογικής και ανθρωπολογικής έρευνας με μαγειρικές συνταγές και σπαράγματα ιστοριών και θέλει να καταδείξει τη σχέση του ανθρώπου με το στομάχι του, διαμέσου των αιώνων. 


 Πολύ ενδιαφέρον είναι και το έργο ‘’Κυκλοδωδεκάνιο’’ του Αθανάσιου Ζαγορίσιου, όπου παρουσιάζεται ένα υλικό με ασυνήθιστες χημικές αντιδράσεις και τα ‘’φτηνά και πρόσκαιρα’’ γλυπτά της Μυρτώς Ξανθοπούλου από χαρτόνια και κομμάτια μπλε σχολικών τετραδιών, που φέρουν διάτρητες λέξεις και φράσεις της καθημερινότητας. 


 Πάντως, για μένα, τα δυο πιο δυνατά έργα της έκθεσης βρίσκονται (σαν ευτυχής επίλογος) λίγο πριν την έξοδο : είναι τα πανέμορφα λουλούδια από στάχτη της Μαρίας Τσάγκαρη, που θυμίζουν διαλογιστική, βουδιστική άσκηση (mandala) πάνω στη ματαιότητα όλων των πραγμάτων – για χρόνια, οι βουδιστές μοναχοί αφιερώνουν μέρες ολόκληρες στην κατασκευή πολύπλοκων σχεδίων από άμμο και ύστερα, όταν το έργο τους ολοκληρώνεται, το καταστρέφουν με ένα απλό φύσημα (ή άλλες πρακτικές). 



 Είναι και το ‘’Twinning towns : Leipzig-Detroit’’ της Σοφίας Ντώνα, όπου προβάλλονται ταυτόχρονα δυο βίντεο από διαλυμένες και άδειες πισίνες των δυο αυτών παρηκμασμένων πόλεων, με κοινό στοιχείο έναν άντρα που παίζει τρομπόνι στο εσωτερικό τους. 


Πόλεις που εξεγείρονται, εγκαταλείπονται στο έλεος του Θεού ή απλώς μεταλλάσσονται, η σχέση με το άστυ και τη φύση, με την εργασία, την έκθεση, το φαγητό και κυρίως την τεχνολογία, είναι όλα εδώ. Αυτά κυρίως είναι τα θέματα που μοιάζουν να απασχολούν τους πολύ νεαρούς καλλιτέχνες, σε αυτήν τουλάχιστον την πλούσια και αρκετά εμπεριστατωμένη ομαδική παρουσίασή τους. Ο έρωτας, το σεξ και η σωματικότητα (θέματα που όλα τους απασχόλησαν υπερβολικά τους λίγο παλαιότερους) απουσιάζουν εκκωφαντικά. Φαγητό αντί για σεξ, Ιnternet αντί για πραγματική ανθρώπινη επαφή, προσομοιώσεις αντί για αληθινή σάρκα, μοιάζει να μας προτείνει η νέα αυτή γενιά. Το αν θα συνεχίσει έτσι, το αν εν τέλει έτσι είναι καλύτερα, μένει να αποδειχτεί. 


 Και, ωστόσο, βγαίνοντας ξανά έξω στον ζεστό ήλιο της ημέρας, καθώς τον αισθάνομαι να ζεματίζει ηδονικά το γυμνό μου δέρμα, νιώθω να αναπολώ απεγνωσμένα τις γυμνές performances της Μarina Abramovic και την εμμονή με το σεξ της Τracey Emin...


(Η έκθεση ‘’Εκ Νέου’’ παρουσιάζεται στο Ωδείο Αθηνών, Βασιλέως Γεωργίου και Ρηγίλλης, μέχρι τις 2 Μαρτίου 2014.)

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Athens Photo Festival 13 @ Τεχνόπολις

Θυμάμαι ακόμα ξεκάθαρα την εποχή εκείνη - όχι πολύ παλιά - που θεωρούσα τη φωτογραφία περισσότερο χόμπι και δημοσιογραφική απεικόνιση παρά τέχνη, που θύμωνα μάλιστα συχνά με ανθρώπους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες απλά και μόνο επειδή έβγαζαν φωτογραφίες. Τότε η φωτογραφία μου φαινόταν κάτι εύκολο και μάλλον α-νόητο και στο μυαλό μου είχα την τέχνη ως κάτι κοπιαστικό και δύσκολο, που απαιτούσε οπωσδήποτε αφοσίωση και χρόνο από τη μεριά του δημιουργού, για να προσφέρει στο θεατή αισθητική απόλαυση αλλά και βαθύτερη κατανόηση στα μυστήρια της ζωής.

Διαπιστώνω τώρα ότι τα έργα τέχνης που με αγγίζουν περισσότερο είναι συνήθως φωτογραφίες. Και έτσι σήμερα, στο Athens Photo Festival στην Τεχνόπολη είχα περισσότερες από μία αφορμές για να συγκινηθώ, να προβληματιστώ, ακόμα και να θυμώσω. Η φετινή είναι η 13η διοργάνωση του κορυφαίου φεστιβάλ φωτογραφίας της νοτιοανατολικής Ευρώπης και ενός από τα πέντε παλαιότερα στον κόσμο και περιλαμβάνει, όπως πάντα, εκθέσεις φωτογραφίας από έλληνες και ξένους καλλιτέχνες καθώς και παράλληλες δράσεις και εκδηλώσεις σε διάφορους χώρους της Αθήνας.


Στον ατμοσφαιρικό και ήδη συναισθηματικά φορτισμένο χώρο της Τεχνόπολης σε υποδέχεται αρχικά η αίθουσα με τους νέους έλληνες φωτογράφους. Η Δάφνη Μελίδου με το Myths απεικονίζει αστικά τοπία του Καναδά και ''σκηνοθετεί'' μια αποστασιοποιημένη γυναικεία μορφή σαν σε αποσπασματικά πλάνα από κινηματογραφική ταινία του David Lynch.


 Το ίδιο κάνει και η Αναστασία Βασιλακοπούλου στο State of Mind, όπου οι ήρωές της μοιάζουν ψυχικά αποκομμένοι από το περιβάλλον τους, αφήνουν τις κινήσεις τους στη μέση και απουσιάζουν από την ίδια τους τη ζωή, σα να βρίσκονται παγιδευμένοι σε κάποια ταινία του περίφημου πια greek weird wave.


H Mαρίλη Κωνσταντινοπούλου τονίζει περισσότερο το τοπίο - ένα τοπίο όμορφο, αλλά ταυτόχρονα απειλητικό και τρομακτικό - στο Au Bout du Monde, όπου πρωταγωνιστεί ένα παραθαλλάσιο χωριό της νότιας Γαλλίας με μεγάλη κοινότητα προσφύγων εργατών στην ακμάζουσα τότε βιομηχανία άλατος.


Ο Στέλιος Καλλινίκου πάλι παραθέτει μια σειρά εντυπωσιακών πορτρέτων (που μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής) νεαρών μαθητών σε μια σχολή πυγμαχίας στο Λονδίνο. Αυτοί οι τύποι δεν είναι κακοί, ούτε καλοί, λέει το project του (No good guys - No bad guys), είναι απλά παιδιά με αντίπαλο την ίδια τη ζωή.


Στην αίθουσα με τους παλιούς φούρνους φωταερίου, η έκθεση του Augustin Rebetez από την Eλβετία με τίτλο Blanco.Vision of Blindness σε γραπώνει καταρχήν από το λαιμό με το εισαγωγικό της κείμενο, τόσο έντονο και λυρικό, που θέλεις να βγάλεις το μπλοκάκι σου από την τσάντα και να το αντιγράψεις ολόκληρο. ''Είμαστε φαντάσματα και προσπαθούμε να γίνουμε ορατοί'', λέει. ''Γιατρευόμαστε με μικρές πληγές. Με θραύσματα. Τρεφόμαστε από αυτόματο μηχάνημα. Η τέχνη μας είναι μηχανοκίνητη και καταβροχθίζει κηροζίνη....Είμαστε ένα αρχιπέλαγος. Μια παρέλαση από αρρώστιες....Κλαίμε και από τα μάτια μας τρέχουν σταλακτίτες. Προκαλούμε ατυχήματα...Και σε ό,τι ρίξουμε το βλέμμα μας, μας γραπώνει....'' Kαι τα έργα της είναι αρκούντως σκοτεινά, ερεθιστικά και goth, μαύρες γάτες και φλογισμένα σπίτια και ασπρόμαυρα συμπλέγματα ανθρώπων, η πιο ροκ μάλλον ενότητα της διοργάνωσης.



Και αν και η έκθεση είναι ήδη αρκετά δυνατή, δεν έχουμε ακόμα αγγίξει την ψυχή της, δεν έχουμε ακόμα φτάσει στα πιο συγκλονιστικά της κομμάτια. Aυτά βρίσκονται ένα κτίριο πιο πέρα, με το Fake holidays του αυστριακού Reiner Riedler, ενός ντοκιμαντερίστα φωτογράφου, που απεικονίζει με χιούμορ και κυνισμό πλαστούς παραδείσους σε όλο τον κόσμο, υπερμεγέθεις Disneyland, όπου οι άνθρωποι σωρρεύονται στις διακοπές τους για να διασκεδάσουν με τρόπο fast food. Οι φωτογραφίες του είναι μεγάλες, υπερφωτισμένες και με ενοχλητικά έντονα χρώματα, που μοιάζουν κάθε άλλο παρά φυσικά. Και, παρόλο που μου προξενούν αρχικά μια έντονη δυσαρέσκεια, στη συνέχεια κάθομαι και τις χαζεύω ώρες, σα να μη μπορώ να ξεκολλήσω από μπροστά τους.


Δε μπορώ να ξεκολλήσω ούτε από το Here to Stay του γάλλου Cedric Delsaux, στον πάνω όροφο του ίδιου κτιρίου. Οι δικές του φωτογραφίες είναι καθαρές, υπνωτιστικές και ηρεμιστικές στο μάτι, αν και στην πραγματικότητα απεικονίζουν σκληρές όψεις της καθημερινότητας, κοτοπουλάκια στοιβαγμένα σε κουτιά σα λεμόνια, εγκαταλελειμένα βιομηχανικά τοπία, νεκροταφεία αυτοκινήτων και μικρές κολάσεις εσωτερικού και εξωτερικού χώρου.



Λίγο πιο κάτω ο δανός Jacob Aue Sobol με το Close to you φωτογραφίζει μάλλον μια κοινότητα ρομά, καθώς και ηλικιωμένους ασιάτες, ανθρώπους που ζουν σε υποβαθμισμένα περιβάλλοντα, ωστόσο δείχνουν να χαίρονται τη ζωή και τον έρωτα με έναν τρόπο απενοχοποιημένο, φυσικό και ανάλαφρο.


Το One day in history της νορβηγίδας Andrea Gjestvang είναι μια γροθιά στο στομάχι. Η μέρα αυτή στην ιστορία είναι η 22α Ιουλίου του 2011, όταν 69 νεαρά άτομα εκτελέστηκαν σε μια πολιτική κατασκήνωση στο νησί Ουτόγια της Νορβηγίας από τον ψυχοπαθή Breivik. Περίπου 500 άτομα κατάφεραν να γλιτώσουν από τη σφαγή. Η καλλιτέχνης τράβηξε πορτρέτα αυτών των νέων ένα χρόνο μετά, όταν πια είχαν επιστρέψει στο σπιτικό τους περιβάλλον. Οι φωτογραφίες της δείχνουν όμορφα, θλιμμένα πρόσωπα αγοριών και κοριτσιών, που έχουν τραυματιστεί σωματικά και ψυχικά, που δε μπορούν πια να κοιμηθούν τη νύχτα, που πάσχουν από μετατραυματικό στρες και έχουν χάσει τους φίλους τους. Στέκομαι ώρα μπροστά σε μια φωτογραφία ενός νεανικού χεριού με τατουάζ. ''One week last summer'' γράφει.
Θυμάμαι ότι, όταν έμαθα το γεγονός, ήμουν κι εγώ σε διακοπές στην Κροατία, είχαμε μόλις φάει πρωινό και είχαμε μπει στο τουριστικό μας πούλμαν για την πρωινή μας ξενάγηση. Στην αρχή οι ειδήσεις που μαθαίναμε ήταν συγκεχυμένες και ασαφείς, μιλούσαν για αιματοχυσία στο Όσλο, για τρομοκρατικό χτύπημα με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Κι εγώ στο Όσλο είχα φίλους κι έναν μεγάλο έρωτα, εγώ εκεί είχα ποτίσει με τα δάκρυά μου τα σεντόνια δυο ξενοδοχείων, δε μπορούσα να πιστέψω ότι η πόλη της αγάπης μου, η χώρα της αγάπης μου είχε τώρα πνιγεί στο αθώο αίμα.

Και αν το One day in history είναι γροθιά στο στομάχι, τότε το Ιntented Consequences στη διπλανή αίθουσα (back to back) είναι πραγματικό μαρτύριο. Ο αμερικανός Jonathan Torgovnik ταξίδεψε μέσα σε μια τριετία αρκετές φορές στη Ρουάντα για να φωτογραφίσει και να πάρει συνεντεύξεις από γυναίκες που βιάστηκαν από εθνοφρουρούς, κατά τη διάρκεια του αιματηρού εμφύλιου που συγκλόνισε τη χώρα από το 1990 ως το 1993 και αναγκάστηκαν στη συνέχεια να γεννήσουν τα παιδιά τους, τους καρπούς του βιασμού τους. Οι γυναίκες αυτές είδαν στις περισσότερες περιπτώσεις ολόκληρη την οικογένειά τους να σφαγιάζεται μπροστά τους, βιάστηκαν ομαδικά και επανειλλημένως από τους αντάρτες, (αλλά κάποιες και στα στρατόπεδα προσφύγων, όπου κατέφυγαν αργότερα για προστασία), έμειναν ανάπηρες, κόλλησαν Aids και έφεραν στον κόσμο παιδιά που δυσκολεύονται να αγαπήσουν, μερικά από τα οποία είναι επίσης οροθετικά. Οι ιστορίες τους είναι συγκλονιστικές και σε γεμίζουν θλίψη και θυμό για τα όρια της κτηνωδίας στα οποία μπορεί να φτάσει ένα ανθρώπινο ον.


Για να σταματήσω να κλαίω, επιστρέφω στην προηγούμενη, νορβηγική αίθουσα, όπου δίπλα στην τραγωδία της Ουτόγια, φιλοξενείται και η πανέμορφη έκθεση Echoes της Hebe Robinson. Γύρω στα 1950, οι κάτοικοι ενός απομακρυσμένου ψαροχωρίου της Νορβηγίας εισέπραξαν από την κυβέρνηση χρήματα για να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να εγκατασταθούν σε πιο κεντρικές περιοχές, προκειμένου το Lofoten, το χωριό τους, να εκσυγχρονιστεί. Επίσης δεσμεύτηκαν να μην επιστρέψουν ξανά. Η καλλιτέχνης επιστρέφει ιστορικές φωτογραφίες στα μέρη που τραβήχτηκαν αρχικά, συνδέοντας έτσι το παρελθόν με το παρόν, δείχνοντας με τον όμορφο και ευρηματικό της τρόπο ότι ο άνθρωπος στοιχειώνει τους τόπους που έζησε τόσο με την παρουσία του όσο και με την απουσία του, ότι τα βήματά του είναι ακόμα νωπά στο χιόνι και μια χειρονομία αγάπης ενός ηλικιωμένου ζευγαριού μπροστά στο σπίτι του αφήνει τα ίχνη του στο χώμα, ακόμα και αν το ζευγάρι είναι πια νεκρό, το σπίτι ισοπεδωμένο.

Γιατί, ναι. ''Είμαστε φαντάσματα. Προσπαθούμε να γίνουμε ορατοί.....Πιστεύουμε στις σκιές και στους ψιθύρους....Έχουμε δέκα ζωές.....Αν τα όνειρά μας κυλήσουν στην ομπρέλα σας, τότε ο καιρός είναι καλός.''


(Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 20 Νοεμβρίου 2013. Περισσότερες πληροφορίες για τους χώρους, αλλά και τις λοιπές δράσεις στο site : www.photofestival.gr)